Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ο σύγχρονος ελληνικός μεταπρατικός αθλητικός καπιταλισμός


Αναδείξαμε τη περασμένη εβδομάδα σαν κεντρικό θέμα τις αλλαγές στη διαιτησία ως βασική προϋπόθεση για την βελτίωση του αγωνιστικού αθλητισμού. Λίγες ώρες αργότερα, όλη η Ελλάδα μιλούσε για τις «ζωγραφιές» που έγιναν στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, στο Καυταντζόγλειο, στη Λεωφόρο, στο Ηράκλειο, στη Τρίπολη. Μετά λόγου γνώσεως, δεν επιθυμούμε να μπούμε στο παιχνίδι των υπολοίπων εφημερίδων και ραδιοφωνικών σταθμών, που επενδύουν στη διαιτητολογία και δημιουργούν –με το αζημίωτο φυσικά- κλίμα. Ούτε επιθυμούμε να ευλογήσουμε τα γένια μας. Ωστόσο, εκφράζοντας την αντίληψη της ριζοσπαστικής αριστεράς για τον αθλητισμό σε όλες του τις εκδοχές, συνεχίζουμε επίμονα να αναλύουμε την «αθλητική» είδηση και το γεγονός, μέσα σε μια παγκόσμια και ταυτόχρονα εθνική πολιτικο-οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που αλλάζει και να αναδεικνύουμε αυτό που με τη πρώτη ματιά δεν είναι ορατό. Συνήθως δε, η δεύτερη ανάγνωση είναι αυτή που φωτίζει καλύτερα.

 Στη παγκόσμια αθλητική βιομηχανία και ιδιαίτερα αυτή που ειδικεύεται στο ποδόσφαιρο έχει διαμορφωθεί ένας συγκεκριμένος καταμερισμός εργασίας και διανομής των τεράστιων κερδών. Ο καταμερισμός αυτός που έχουν καθορίσει οι μεγάλες βιομηχανίες του θεάματος και οι «χρυσοί» χορηγοί, που δεν είναι άλλοι από τους μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους που διαφεντεύουν την παγκόσμια οικονομία, ουσιαστικά διαμορφώνει και τα εθνικά χαρακτηριστικά του επαγγελματικού αθλητισμού στις διάφορες χώρες.
Στον παγκόσμιο αθλητισμό υπάρχουν δυο πόλοι, δυο κατηγορίες χωρών. Στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Αφρικής και του τρίτου κόσμου έχει ανατεθεί ο ρόλος  της παραγωγής ταλέντων. Η φτώχεια και η κοινωνική ανασφάλεια οδηγούν εκατοντάδες παιδιά στην απεγνωσμένη προσπάθεια να αναδειχθούν μέσω του αθλητισμού. Η υπογραφή ενός επαγγελματικού συμβολαίου και πιθανή μεταγραφή σε ομάδα Ευρωπαϊκής χώρας είναι όνειρο ζωής για ολόκληρη την οικογένεια. Για το σκοπό αυτό με τη καθοδήγηση μεγάλων αθλητικών εταιρειών και ποδοσφαιρικών κλαμπ της Ευρώπης, έχουν στηθεί εδώ και πολλά χρόνια πολύ καλά οργανωμένα δίκτυα αθλητικών ακαδημιών, στις οποίες εντάσσονται, φιλοξενούνται και αναπτύσσονται «αθλητικά» τα παιδιά και μέσω μάνατζερ «διοχετεύονται» στην ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική αγορά.
Αντίστοιχα, οι μεγάλες Ευρωπαϊκές αθλητικές δυνάμεις έχουν κρατήσει για λογαριασμό τους το ρόλο του υποδοχέα των ταλέντων και της εκμετάλλευσής τους σαν παραγωγική δύναμη. Η απότομη ανέλιξη νεαρών αθλητών από χώρες του τρίτου κόσμου στο χρηματιστήριο της παγκόσμιας αθλητικής αγοράς, αποφέρει τεράστια κέρδη στις ομάδες και τα γραφεία των μάνατζερ, αλλά συνήθως συνοδεύεται από την αγωνιστική υπερεκμετάλλευση, το ξεζούμισμα, το ντόπινγκ και σοβαρούς τραυματισμούς, που συχνά οδηγούν σε πρόωρη διακοπή της αθλητικής καριέρας. Ταυτόχρονα όμως, η ανακύκλωση ταλέντων ανανεώνει και συντηρεί το αγοραστικό ενδιαφέρον εκτοξεύοντας στα ύψη τα κέρδη από τηλεοπτικά δικαιώματα, διαφημίσεις και άλλες εμπορικές χρήσεις.
Στο παραπάνω μοντέλο του παγκοσμιοποιημένου κι εμπορευματοποιημένου αθλητισμού, η ταυτότητα της Ελλάδας μέχρι πρότινος δεν ήταν ξεκάθαρη. Το ελληνικό αθλητικό μοντέλο, ακολουθώντας τη γενικότερη πορεία καθυστερημένης ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, λειτουργούσε με τους όρους της δεκαετίας του 1950. Ακόμα και σήμερα βρίσκεται ενταφιασμένο ανάμεσα στις ιδιαιτερότητες του πελατειακού συστήματος, του δικομματισμού, της ανοργανωσιάς και του επαρχιωτισμού. Έτσι δεν ήταν δυνατό να διατυπωθεί με ακρίβεια αν το ελληνικό ποδόσφαιρο εντάσσονταν στον πόλο των ανεπτυγμένων «εκμεταλλευτριών» χωρών ή σε εκείνο των υποανάπτυκτων στον παγκόσμιο καταμερισμό της αθλητικής βιομηχανίας.
Το διάστημα που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια, με την ίδρυση της Σούπερ Λίγκ, την ένταξη του ποδοσφαίρου στο αθλητικό στοίχημα, τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση από όλες τις κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας, την απαξίωση κάθε κοινωνικής λειτουργίας του αθλητισμού, σταδιακά ξεκαθαρίζει το τοπίο και ο τρόπος με τον οποίο οι ελληνικές ΠΑΕ θα πάρουν μέρος στη διανομή της πίτας. Ανακάλυψαν το ρόλο του διαμετακομιστή των νεαρών Αφρικανών ποδοσφαιριστών. Ουσιαστικά το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο ξεπέρασε τα πρώτα δειλά του βήματα κι έχει πλέον  συνδεθεί με το παγκόσμιο δίκτυο εκμετάλλευσης και προώθησης νεαρών στην Ευρωπαϊκή αγορά, κάτι το οποίο συνήθως προβάλλεται από τα γραφεία τύπου των ΠΑΕ ως ύπαρξη ομάδας σκάουτινκ και συναντά τα εγκωμιαστικά σχόλια των αθλητικών εντύπων. Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε, ότι οι ελληνικές ΠΑΕ λειτουργούν –με νομότυπο τρόπο βέβαια- όπως οι Τούρκοι λαθρέμποροι, που γεμίζουν καραβιές μεταναστών και τους αδειάζουν στις ακτές του Αιγαίου. Έτσι κατάντησαν οι ελληνικές ομάδες να έχουν γεμίσει κάθε λογής Αφρικανούς και Λατίνους παίκτες, οπωσδήποτε αμφιβόλου αξίας, που κάνουν μια στάση στην Ελλάδα ελπίζοντας στη μεταπήδησή τους σε πιο ανεπτυγμένη ποδοσφαιρικά χώρα. Οι καλύτεροι από αυτούς γίνονται έρμαιο στις διαθέσεις ομάδων και μάνατζερ που διατηρούν κατά 50% τα δικαιώματά επί της αθλητικής τους ύπαρξης. Οι Έλληνες παίκτες από την άλλη μεριά, παίζουν πια συμπληρωματικό ρόλο στις ομάδες, ίσα ίσα για να καλύπτεται ο κανονισμός της UEFA περί υποχρεωτικής ύπαρξης γηγενών ποδοσφαιριστών στις ομάδες.
Οι δηλώσεις του προέδρου της Σούπερ Λίγκ Γ. Βαρδινογιάννη την περασμένη εβδομάδα, είναι αποκαλυπτικές για το σύστημα που απεργάζονται, για τους προπονητές-μάνατζερ που προσλαμβάνουν και κυρίως γιατί το ποιοτικό θέαμα –παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις- δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητές τους: «έχω κάνει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες έτσι ώστε από το επόμενο πρωτάθλημα οι Αφρικανοί ποδοσφαιριστές να εξομοιωθούν με τους κοινοτικούς. Μάλιστα, η βίζα όλων των ξένων παικτών που αγωνίζονται στην Ελλάδα θα έχει διάρκεια όση και το συμβόλαιό τους». Καθαρά πράγματα δηλαδή, όσο τους χρειάζονται θα έχουν και πράσινη κάρτα.
Από αυτή τη κατάσταση δεν απέχει πολύ και το επαγγελματικό μπάσκετ. Μόνο που εκεί, λόγω των εξ Αμερικής παικτών, και με πρόφαση τη νομοθεσία περί ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων έχει στηθεί φάμπρικα αλλαγής υπηκοότητας. Όλα τα γνήσια Αμερικανάκια έγιναν ταυτόχρονα υπήκοοι της Βοσνίας, της Βουλγαρίας και της Φύρομ. Όπως ο Αμερικανοσκοπιανός Μάσεϊ του Άρη Θεσσαλονίκης, που ενώ τους έκανε τη «δουλειά» και δεν κατέλαβε θέση αλλοδαπού στο ρόστερ της ομάδας, βρήκε το μπελά του επειδή εμφανίσθηκε με στολή Ματσεντόνια. Χαρακτηριστικά, στη πρόσφατη συνάντηση Πανελληνίου – ΠΑΟΚ είναι ζήτημα αν αγωνίσθηκαν ταυτόχρονα τρεις Έλληνες σε όλο τον αγώνα.
Πάντως, αυτό που μετρά είναι ότι οι «εκσυγχρονιστές» του ελληνικού επαγγελματικού αθλητισμού, διάλεξαν ένα ρόλο που τους ταιριάζει, αλλά δεν τους τιμά καθόλου.        
 Τζούλιος Συναδινός, Κώστας Αλεξίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: