Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η κατάσταση του αθλητισμού σήμερα – Οι τάσεις – Οι ευθύνες του δικομματισμού


  

Ο αθλητισμός στη χώρα μας εναρμονίζεται με γοργούς ρυθμούς με την παγκόσμια τάση της εμπορευματοποίησης με σκοπό το κέρδος. Μετατρέπεται από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα, με δυσμενείς επιπτώσεις για το λαό και τη νεολαία. Ο αθλητισμός στην Ελλάδα περνάει σοβαρή κρίση, για την οποία οι ευθύνες των δυνάμεων του δικομματισμού είναι τεράστιες.

Η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ ενίσχυσαν με την πολιτική τους την εμπορευματοποίηση, υποβάθμισαν την αξία του ερασιτεχνικού και του μαζικού αθλητισμού. Απέκλεισαν τον αθλητισμό από τις πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας, καταδικάζοντάς τον σε υποχρηματοδότηση. Οι συνολικές δαπάνες για τον αθλητισμό, διαχρονικά, δεν ξεπερνούν ετησίως το 0,4% του ΑΕΠ και μάλιστα δεν πρόκειται για αναπτυξιακές, αλλά για ανελαστικές στην πλειονότητά τους δαπάνες. Αφορούν κυρίως παροχές στον υψηλό αθλητισμό και την «Ολυμπιακή προετοιμασία», που δεν αντιστοιχούν σε αναπτυξιακές ανάγκες. Η συρρίκνωση των δαπανών είναι ακόμα εντονότερη στην περιφέρεια, όπου δεν καλύπτονται ακόμα και οι πιο βασικές ανάγκες, όπως η συντήρηση των σχολικών αθλητικών εγκαταστάσεων, η διενέργεια σχολικών αγώνων, η προμήθεια υλικού για τα σχολεία, η ανάπτυξη στοιχειωδών προγραμμάτων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ στήριξαν προνομιακά το μοντέλο πρωταθλητισμού και υψηλού αθλητισμού ενάντια στους πολίτες, ενάντια στις περιβαλλοντικές ανάγκες και την ποιότητα ζωής και υπέρ της ασύδοτης κερδοφορίας.
Αυτή η λογική έφτασε στο απόγειό της με την ανάληψη και διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, Στην οποία η ριζοσπαστική αριστερά ήταν ευθύς εξ αρχής αντίθετη. Οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις παραχωρήθηκαν σε ιδιωτικά συμφέροντα για εμπορικές και όχι για δημόσιες, κοινωνικές και αθλητικές χρήσεις.
Τα τελευταία χρόνια, όπως κι επί των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ:
  • Άνοιξαν με προκλητικό τρόπο τα ταμεία του κράτους και κατασπαταλήθηκε δημόσιο χρήμα για την σωτηρία των ιδιωτικών αθλητικών εταιρειών.
  • Εντάθηκαν τα φαινόμενα δημιουργίας ιδιωτικών στρατών επιχειρηματιών και κοινωνικής βίας.
  • Δοκιμάστηκαν και εφαρμόζονται μέθοδοι άμεσου ελέγχου και επιβολής, ιδιωτικοί αστυνομικοί με αρμοδιότητες που δεν προβλέπονται από το σύνταγμα, ηλεκτρονικά μέσα παρακολούθησης, ηλεκτρονικά εισιτήρια, απαγορεύσεις μετακίνησης, χρήση σκύλων, και γενικώς μέτρα που αντίκεινται στα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες, με σκοπό μεταξύ άλλων να καλλιεργήσουν την ευρύτερη κοινωνική τους αποδοχή.
  • Εφαρμόστηκε η ιδιωτικοποίηση δημόσιων αθλητικών χώρων, η εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικά συμφέροντα και πρωτοεμφανίστηκαν μορφές σύμπραξης του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα (ΣΔΙΤ).
  • Καταλήφθηκαν ελεύθεροι χώροι για επιχειρηματικές δραστηριότητες και εμπορικές χρήσεις. Με πρόσχημα τον αθλητισμό καταστρατηγήθηκαν ρυθμιστικά σχέδια, πολεοδομικά πλαίσια και κανόνες και υποβαθμίστηκαν οι περιβαλλοντικές συνθήκες σε μεγάλα αστικά κέντρα.
  • Αυξήθηκε ο επίσημος κρατικός κι ο παράνομος αθλητικός τζόγος, δημιουργώντας επιπλέον κοινωνικές παθογένειες.
  • Δημιουργήθηκαν συνθήκες ενσωμάτωσης του αθλητισμού στο σύστημα της πολιτικοοικονομικής διαπλοκής και ενισχύθηκε ένα σκληρό σύστημα πελατειακών σχέσεων.
  • Καθιερώθηκαν ευέλικτες σχέσεις ανασφάλιστης εργασίας και υποαπασχόλησης στους εργαζόμενους στον χώρο του αθλητισμού, με μεγάλο αριθμό ημιαπασχολούμενων, ωρομίσθιους, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά και μεγάλο πρόβλημα ανεργίας.

 Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΗ

Στρεβλό μοντέλο…

Το σημερινό αθλητικό μοντέλο, όπως διαμορφώθηκε από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, έχει στρεβλό χαρακτήρα. Αποτελεί την έμπρακτη εφαρμογή της ιδιότυπης συναντίληψης της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ για το ρόλο του κράτους και των ιδιωτικών επενδύσεων. Αποτελεί εφαρμογή των προγραμματικών θέσεων της Νέας Δημοκρατίας «για το αθλητικό προϊόν», «τη συμμετοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σύμφωνα με τις επιταγές του σύγχρονου αθλητικού marketing», «τις προϋποθέσεις για την ακμή της βιομηχανικής παραγωγής αθλητικού θεάματος, πάντοτε στο πλαίσιο της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς», «τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος».
Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί και εφαρμογή των αντιλήψεων του ΠΑΣΟΚ, όπως αυτές εκφράζονται στις διακηρύξεις του για «σχήματα διαχείρισης, που θα επιτρέπουν τη συνέργεια του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα», και για «οικονομική στήριξη του επαγγελματικού αθλητισμού, που δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην αποβολή του από τον αθλητισμό και την αποκλειστική του ένταξη στις οικονομικές δραστηριότητες της κοινωνίας». Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ φέρει και την κύρια ευθύνη για τον κομματικό εναγκαλισμό των φορέων του αθλητισμού και για τη δυνατότητα ανάπτυξης σχέσεων οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής τους με την εκάστοτε κυβέρνηση.
Είναι το πολιτικό προσωπικό των δυο κομμάτων που εξελίχθηκε σε μηχανισμό επαγγελματιών παραγόντων του αθλητισμού και δημιούργησε τη βιομηχανία ανάληψης διεθνών αθλητικών διοργανώσεων κατασπαταλώντας το δημόσιο χρήμα. Είναι αυτός ακριβώς ο μηχανισμός που, στο όνομα εθνικών μεγαλοϊδεατισμών, στήριξε την εμπορευματοποίηση του αθλητισμού, το κυνήγι των ρεκόρ και της τηλεθέασης και υπέθαλψε τη μάστιγα του ντόπινγκ, που τόσο υποκριτικά καταγγέλλει.
Ακόμα και σήμερα, παρά την πολυετή αρνητική εμπειρία, το ΠΑΣΟΚ περιλαμβάνει στο πρόγραμμά του ένα -χωρίς σαφείς όρους- «μακροπρόθεσμο πρόγραμμα διεκδίκησης μεγάλων αθλητικών γεγονότων» με σκοπό την αναβίωση του παλιού μηχανισμού.
Είναι ο μηχανισμός της σημερινής κυβέρνησης και πολύ περισσότερο του ΠΑΣΟΚ, που, επιδιώκοντας να συντηρήσει το τέλμα και τις καθεστωτικές λογικές στις αθλητικές ομοσπονδίες, αγωνίστηκε στη Βουλή με νύχια και με δόντια ώστε να αποσυρθεί η τροπολογία για την απλή αναλογική στον αθλητικό νόμο. Για να αποδειχθεί ότι στη λογική αυτών των κομμάτων η κρατική παρέμβαση είναι αποδεκτή μόνο για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Όπως συνέβη, για παράδειγμα, στο παρελθόν με τη βίαιη εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου, με την παραχώρηση των σταδίων στην τοπική αυτοδιοίκηση χωρίς τους απαραίτητους πόρους, με την ιδιωτικοποίηση του ΟΠΑΠ και τη μεταφορά των εσόδων του από το υπουργείο Πολιτισμού στο υπουργείο Οικονομικών, με τις διαχρονικές παρεμβάσεις των υπουργών Αθλητισμού στο εκλογικό σύστημα της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, με την ψήφιση ακόμη και «ολυμπιακών» νόμων, που μετέτρεψαν τη Βουλή σε πολεοδομικό γραφείο.
Το πολιτικό προσωπικό του δικομματισμού στον αθλητισμό επιδιώκει τη διατήρηση της αυθαιρεσίας, της αδιαφάνειας, του προνομίου να εκμεταλλεύονται με καταχρηστικό τρόπο δημόσιες αθλητικές εγκαταστάσεις, να αναλαμβάνουν σε συνεργασία με την εκάστοτε κυβέρνηση διεθνείς διοργανώσεις με υπερβάσεις προϋπολογισμών και υπερκοστολογήσεις.
Ανάμεσα λοιπόν στον «κοινωνικό» αθλητισμό και τον επαγγελματικό αθλητισμό – πρωταθλητισμό υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής. Στο σύνολό της, η σημερινή γραφειοκρατική δομή και λειτουργία του εμπορευματοποιημένου αθλητισμού, του αθλητισμού-θέαμα για τα κέρδη επιβάλλει τους όρους της, πνίγει τον αθλητισμό των πολλών και δημιουργεί τεράστιες συγχύσεις. Αυτός ο αθλητισμός είναι γίγαντας με ξύλινα πόδια, ένας αθλητισμός – βιτρίνα. Ένα μοντέλο το οποίο η ριζοσπαστική αριστερά με τη δική της πρόταση θέλει να ανατρέψει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: